Κανναβινοειδή και Γυναικεία Υπογονιμότητα

Το ενδιαφέρον για τον ρόλο των ενδοκανναβινοειδών ως κρίσιμων διαμορφωτών των γυναικείων αναπαραγωγικών διεργασιών έχει αυξηθεί τελευταία.

Τα ενδοκανναβινοειδή είναι μόρια που δένουν πάνω σε υποδοχείς και μαζί αυτούς, με τα ένζυμα και τους στόχους τους συναποτελούν το ενδοκανναβινοειδές σύστημα (ΕΚΣ). Ενώ το ΕΚΣ είναι γνωστό ότι ρυθμίζει τον πόνο και τη νευροανάπτυξη, είναι επίσης γνωστό ότι επηρεάζει το θηλυκό αναπαραγωγικό σύστημα και δη την δημιουργία ωοθυλακίων, την ωρίμανση των ωοκυττάρων και την ενδοκρινική έκκριση των ωοθηκών. Επιπλέον, το ΕΚΣ επηρεάζει τη ενδοσαλπιγγική μεταφορά του γονιμοποιημένου ωαρίου, την εμφύτευση, την προετοιμασία του βλεννογόνου της μήτρας και την δημιουργία και διαμόρφωση του πλακούντα. Υπάρχει μια πολύπλοκη αλληλεπίδραση μεταξύ του ΕΚΣ και του άξονα Υποθάλαμος-Υπόφυση-Ωοθήκες (ΥΥΩ) και μια περίπλοκη αλληλουχία μεταξύ της παραγωγής και της έκκρισης των ενδοκανναβινοειδών και των στερινοειδών ορμονών. Εξωγενή κανναβινοειδή, που προέρχονται από φυτά όπως το Cannabis sativa, είναι επίσης προσδέματα για υποδοχείς κανναβινοειδών. Αυτά αποδείχθηκε ότι έχουν κλινικά αποτελέσματα που σχετίζονται με την απορύθμιση του ΕΚΣ, συμπεριλαμβανομένης της σκλήρυνσης κατά πλάκας, της νόσου του Alzheimer και της μυατροφικής πλευρικής σκλήρυνσης, καθώς και των δυσμενών επιδράσεων στην αναπαραγωγή των γυναικών.

Υπογονιμότητα στην Γυναίκα    

Η υπογονιμότητα ορίζεται ως η αδυναμία εγκυμοσύνης μετά από δοκιμή ενός έτους (ή έξι μηνών για γυναίκα 35 ετών και άνω). Γυναίκες που μπορούν αλλά αδυνατούν να μείνουν έγκυες μπορεί επίσης να είναι υπογόνιμες.

Η εγκυμοσύνη είναι αποτέλεσμα διαδικασίας με πολλά βήματα. Για να συμβεί είναι αναγκαίο

  • Το σώμα της γυναίκας να απελευθερώσει ένα ωάριο από μία από τις ωοθήκες (ωορρηξία).
  • Το ωάριο αυτό να περάσει από την σάλπιγγα (ωαγωγός) προς την μήτρα.
  • Το σπέρμα του ανδρός να ενωθεί ( να γονιμοποιήσει) το ωάριο κατά την διαδρομή.
  • Το γονιμοποιημένο ωάριο να προσδεθεί στο εσωτερικό της μήτρας (εμφύτευση).

Τυχόν προβλήματα σε κάποια από αυτά τα βήματα, μπορούν να οδηγούν σε υπογονιμότητα.
Περίπου το 10% των γυναικών (6,1 εκατομμύρια) στις Ηνωμένες Πολιτείες ηλικίας 15-44 ετών δυσκολεύονται να συλλάβουν ή να παραμείνουν έγκυες, σύμφωνα με τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC).

Τόσο οι γυναίκες όσο και οι άνδρες μπορούν να έχουν προβλήματα που προκαλούν υπογονιμότητα. Περίπου το 1/3 των περιπτώσεων υπογονιμότητας οφείλονται σε προβλήματα που αφορούν την γυναίκα. Ένα άλλο 1/3 αφορά τον άνδρα ενώ οι άλλες περιπτώσεις προκαλούνται από μείγμα ανδρικών και γυναικείων προβλημάτων ή από άγνωστα αίτια.

Αίτια υπογονιμότητας στις γυναίκες

Οι περισσότερες περιπτώσεις γυναικείας υπογονιμότητας  αφορούν την ωορρηξία της. Χωρίς ωορρηξία, δεν υπάρχουν ωάρια προς γονιμοποίηση. Κάποιες ενδείξεις ότι μια γυναίκα δεν έχει ωορρηξία κανονικά περιλαμβάνουν ακανόνιστες ή απούσες εμμηνορροϊκές περιόδους.

Συνηθέστερη αιτία υπογονιμότητας της γυναίκας είναι το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών, πρόβλημα ορμονικής ανισορροπίας που μπορεί να επηρεάσει την φυσιολογική ωορρηξία. Η πρωτογενής ωοθηκική ανεπάρκεια είναι μια άλλη αιτία προβλημάτων ωορρηξίας, που εμφανίζεται όταν οι ωοθήκες μιας γυναίκας σταματούν να λειτουργούν κανονικά πριν τα 40 της. Η ανεπάρκεια αυτή δεν είναι το ίδιο με την πρώιμη εμμηνόπαυση.

Οι λιγότερο συχνές αιτίες των προβλημάτων γονιμότητας στις γυναίκες περιλαμβάνουν:

  • Αποκλεισμένες σάλπιγγες λόγω πυελικής φλεγμονώδους νόσου, ενδομητρίωσης ή χειρουργικής επέμβασης για έκτοπη κύηση
  • Φυσικά προβλήματα με την μήτρα
  • Ινομυώματα της μήτρας.

Αίτια που αυξάνουν τον κίνδυνο γυναικείας υπογονιμότητας περιλαμβάνουν:

  • Την ηλικία
  • Το κάπνισμα
  • Την υπερβολική χρήση αλκοόλ
  • Το άγχος
  • Την κακή διατροφή
  • Τον αθλητισμό
  • Το υπερβολικό ή το λίγο λίπος του σώματος
  • Τις σεξουαλικά μεταδιδόμενες λοιμώξεις
  • Προβλήματα υγείας που προκαλούν ορμονικές αλλαγές, όπως το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών και η πρωτογενής ωοθηκική ανεπάρκεια

Το Ενδοκανναβινοειδές Σύστημα

Τα κανναβινοειδή αποτελούν κατηγορία ενώσεων

  • που προέρχονται από φυτά (φυτοκανναβινοειδή, δηλαδή από το Cannabis sativa),
  • που συντίθενται φυσιολογικά στο σώμα (ενδοκανναβινοειδή) και
  • που παρασκευάζονται και χημικά.

Τα Ενδοκανναβινοειδή

Είναι παράγωγα ακόρεστων λιπαρών οξέων με ευρεία κατανομή στο ανθρώπινο σώμα. Τα δύο πιο εκτεταμένα μελετημένα ενδοκανναβινοειδή είναι η Ν-αραχιδονουλοαιθανολαμίνη (ανανταμίδη · ΑΕΑ) και η 2-αραχιδονυλογλυκερόλη (2-AG). Η AEA ήταν το πρώτο ενδοκανναβινοειδές που ανακαλύφθηκε και είναι ένα σημαντικό ενδιάμεσο στο μεταβολισμό των λιπιδίων. Το όνομά του προέρχεται από τη σανσκριτική λέξη «ανάντα» που σημαίνει εσωτερική ευδαιμονία, που περιγράφει τα ευφορικά αποτελέσματα αυτού του μορίου. Φυσιολογικά, παράγεται παντού με τις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις στον εγκέφαλο. Φυσιολογικά οι συγκεντρώσεις της 2-AG είναι πολύ υψηλότερες από αυτές της AEA. Αρχικά πιστευόταν ότι δεν αποθηκεύονται ενδοκυττάρια, αλλά ότι παράγονται «κατόπιν αιτήσεως» από προδρόμους μεμβρανικών φωσφολιπιδίων και αποδομούνται ταχύτατα από ένζυμα. Πρόσφατα αναφορές αμφισβητούν αυτή την άποψη υποδηλώνοντας ότι αυτές μπορούν να αποθηκευθούν ενδοκυτταρικά μέσα στα λιπιδικά σταγονίδια που αναφέρονται ως λιποσωμάτια, επιτρέποντας έτσι την ενδοκυτταρική συσσώρευση. Άλλοι υποστηρίζουν ότι τα καταβολικά ένζυμα στην επιφάνεια των λιποσωματίων οδηγούν γρήγορα στην αποικοδόμηση των ενδοκανναβινοειδών. Υπό το πρίσμα αυτό, η απομόνωση των ενδοκανναβινοειδών στα λιποσωμάτια μπορεί να παρατείνει τον χρόνο ημίσειας ζωής τους (ώρες και όχι λεπτά), επιτρέποντάς τους χρόνο να ενεργοποιήσουν υποδοχείς που βρίσκονται στον πυρήνα του κυττάρου.

Ο ΑΕΑ δρα σε υποδοχείς που βρίσκονται στην κυτταρική μεμβράνη  (CB1 και CB2), σε υποδοχείς μέσα στον πυρήνα και σε υποδοχείς πάνω στην εξωτερική μεμβράνη των μιτοχονδρίων.

Η THC (τετραυδροκανναβινόλη) ήταν το πρώτο εξωγενές πρόσδεμα των υποδοχέων κανναβινοειδών που επρόκειτο να ανακαλυφθούν. Επειδή αυτή η ένωση είναι εξαιρετικά λιπόφιλη, μπορεί εύκολα να απομονωθεί σε λιπώδη ιστό, οδηγώντας σε ραγδαία μείωση των συγκεντρώσεων στο πλάσμα, ακολουθούμενη από βραδεία απελευθέρωση στην κυκλοφορία για παρατεταμένες χρονικές περιόδους. Αυτή η ιστική κατανομή επιτρέπει τη μακροχρόνια διέγερση των υποδοχέων κανναβινοειδών. Αυτό είναι διαφορετικό από αυτό των τοπικά απελευθερωμένων ενδοκανναβινοειδών AEA και 2-AG, τα οποία απενεργοποιούνται ταχέως από τα μόρια-μεταφορείς τους και τα ένζυμα που τα αποδομούν.

Οι Κανναβινοειδείς Υποδοχείς

Όταν τα κανναβινοειδή δένουν επάνω σε υποδοχείς, που είναι πρωτεΐνες οι οποίες  διαπερνούν την κυτταρική μεμβράνη, τους διεγείρουν και μεταβιβάζουν σήματα στο εσωτερικό του κυττάρου που οδηγούν στην παραγωγή μορίων που ελέγχουν την ρύθμιση της ανάπτυξης, του πολλαπλασιασμού και / ή της διαφοροποίησης.

Ο CB1 υποδοχέας

Οι CB1 υποδοχείς βρίσκονται κυρίως στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Περιφερικά έχουν βρεθεί, μεταξύ άλλων, στον σπλήνα, στην καρδιά, στα επινεφρίδια, στις ωοθήκες, στο ενδομήτριο και στους όρχεις. Επιπλέον, οι υποδοχείς CB1 έχουν επίσης εντοπιστεί ενδοκυτταρικά στην εξωτερική μεμβράνη μιτοχονδρίων. Το μιτοχόνδριο ρυθμίζει τις ενεργειακές απαιτήσεις του κυττάρου, και η οποιαδήποτε ανώμαλη κανναβινοειδή σηματοδότηση δημιουργεί κινδύνους απορρύθμισης του ενεργειακού μεταβολισμού. Για παράδειγμα, η επαγόμενη από ΤΗC μιτοχονδριακή δυσλειτουργία έχει συσχετιστεί με παθολογικές καταστάσεις όπως το εγκεφαλικό επεισόδιο. Δεδομένου ότι η μιτοχονδριακή λειτουργία ελέγχει την απόπτωση (προγραμματισμένος κυτταρικός θάνατος), η διαταραχή αυτού του ρόλου μπορεί να επηρεάσει τη διαδικασία παραγωγής ποιοτικών γαμετών (ωαρίων ή σπερματοζωαρίων), στη συνέχεια να παρεμβαίνει στην εμβρυογένεση και να οδηγήσει στην παραγωγή εμβρυϊκών βλαστικών κυττάρων χαμηλής ποιότητας. Επιπλέον, η ωοθηκική γήρανση σχετίζεται επίσης με αυξημένη συσσώρευση μεταλλάξεων μιτοχονδριακού DΝΑ, οι οποίες είναι πιθανό να επηρεάζουν την δημιουργία μιτοχονδρίων και έτσι να επηρεάζουν την ποιότητα των ωοκυττάρων. Επιπροσθέτως, το οξειδωτικό στρες του πλακούντα συνδέεται επίσης με τη μιτοχονδριακή δυσλειτουργία και μπορεί να επηρεάσει την αγγειακή αναδιαμόρφωση στον πλακούντα, σημαντική για την οξυγόνωση των ιστών και τη λειτουργία των οργάνων. Η δυσλειτουργία της αγγειακής εξέλιξης του πλακούντα μπορεί να οδηγήσει σε αριθμό ανεπιθύμητων αποτελεσμάτων της εγκυμοσύνης όπως ο περιορισμός της ενδομήτριας ανάπτυξης και η προεκλαμψία. Οι υποδοχείς CB1 βρίσκονται επίσης στον υποθάλαμο, τον κεντρικό ρυθμιστή της ενεργειακής ομοιόστασης, εμπλουτίζοντας περαιτέρω το ρόλο του ΕΚΣ στην ενεργειακή ισορροπία. Επιπλέον, ο υποθάλαμος περιέχει υποδοχείς CB1, από τους οποίους εντοπίζονται οι εκκριτικοί νευρώνες για την ορμόνη απελευθέρωσης γοναδοτροπίνης (GnRH).

Ο CB2 υποδοχέας

Οι CB2 υποδοχείς εντοπίζονται κυρίως περιφερικά μέσα στα κύτταρα του λεγόμενου ανοσιακού συστήματος, όπως τα λεμφοκύτταρα και τα μακροφάγα, στον φλοιό των ωοθηκών, στον μυελό των ωοθηκών, και στα ωοθυλάκια.

ΕΚΣ και αναπαραγωγή

Το ΕΚΣ εντοπίζεται σε διάφορους ιστούς του σώματος που σχετίζονται με την ρύθμιση των αναπαραγωγικών γεγονότων της γυναίκας. Ασκεί ισχυρή επίδραση στην γονιμότητα, την αναπαραγωγή και την ενδοκρινική λειτουργία. Είναι παρόν στον υποθάλαμο όπου ελέγχει την έκκριση ορμόνης (GnRH) που δρα στην υπόφυση και προκαλεί την έκκριση των ορμονών που ενεργούν πάνω στις ωοθήκες και τελικά ελέγχουν την απελευθέρωση ορμονών, την ετοιμότητα για γονιμοποίηση και την εμφύτευση του ωαρίου στην μήτρα.

Η χρόνια έκθεση σε κανναβινοειδή σε γυναίκες αποδείχθηκε ότι καθυστερεί την σεξουαλική ωρίμανση, προκαλεί διαταραχή της περιόδου, καταστέλλει την ωρίμανση του ωοθυλακίου στις ωοθήκες και μειώνει τις συγκεντρώσεις της ωχρινοτρόπου ορμόνης (LH) και των φυλετικών ορμονών.

Τα υψηλά επίπεδα ενδοκανναβινοειδών και εξωγενών κανναβινοειδών καταστέλλουν την απελευθέρωση της ορμόνης απελευθέρωσης γοναδοτροπίνης (GnRH), της ωχρινοτρόπου ορμόνης (LH), της ορμόνης διέγερσης των ωοθυλακίων (FSH), των οιστρογόνων και της προγεστερόνης. Η μιτοχονδριακή λειτουργία συσχετίζεται με την ποιότητα των ωαρίων. Η παρουσία του CB1 στην εξωτερική μιτοχονδριακή μεμβράνη μπορεί να διαταράξει τη λειτουργία των ωοθηκών και έτσι την ωογένεση.

ΕΚΣ και Άξονας Υποθαλάμου-Υπόφυσης-Ωοθηκών

Ο άξονας ΥΥΩ ελέγχει τις διεργασίες που εμπλέκονται στην ωογένεση. Από τον υποθάλαμο εκκρίνεται παλμικά ορμόνη που δρα στην υπόφυση και την κάνει να εκκρίνει δύο ορμόνες γοναδοτρόπους (που δρουν πάνω στις ωοθήκες, τις γονάδες) την θυλακιοτρόπο (FSH) και την ωχρινοτρόπο (LH). Οι FSH και LH συλλογικά ονομάζονται γοναδοτροπικές ορμόνες (ή γοναδοτροπίνες) και ρυθμίζουν την ανάπτυξη και εξέλιξη του ωοθυλακίου και του ωοκυττάρου και διεγείρουν τις ωοθήκες να εκκρίνουν τις φυλετικές ορμόνες οιστρογόνο και προγεστερόνη.

Η βασική μονάδα των ωοθηκών είναι το ωοθυλάκιο, του οποίου η λειτουργία είναι να παρέχει στήριξη στο ωοκύτταρο καθώς περνά μέσα από μια σειρά διαφορετικών σταδίων εξέλιξης. Ανάλογα με το στάδιο ανάπτυξης, τα θυλάκια διαφέρουν ως προς την ανταπόκρισή τους στις γοναδοτροπικές ορμόνες. Κατά τη διάρκεια της εξέλιξης των ωοθυλακίων, αυτά προχωρούν από αρχέγονα, σε πρωτογενή και τελικά σε δευτερογενή ωοθυλάκια, κατά την οποία εξέλιξη τα ωοθυλάκια δεν αποκρίνονται στις γοναδοτροπικές ορμόνες επειδή δεν διαθέτουν λειτουργικούς υποδοχείς γοναδοτροπίνης. Μετά από αυτό, τα ωοθυλάκια γίνονται τριτογενή ωοθυλάκια (ή ωοθυλάκια που φέρουν θύλακο, δηλαδή μια κοιλότητα γεμάτη με υγρό, παρόμοιο σε σύνθεση με εκείνη του ορού αίματος δίπλα στο ωοκύτταρο), όπου καθίστανται ευαίσθητα εξαρτώμενα από τις γοναδοτροπικές ορμόνες. Στη συνέχεια, η FSH αυξάνει σημαντικά τον ρυθμό ανάπτυξης, ενώ η αύξηση της LH επιτρέπει στο ώριμο ωοκύτταρο (στο προ-ωορρηκικό θυλάκιο) να σπάσει, απελευθερώνοντας το ωάριο για γονιμοποίηση. Τα οιστρογόνα στη συνέχεια συντίθεται σε σημαντικές ποσότητες από το προ-ωοθυλακιοειδές θυλάκιο που έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της LH στο μέσο του κύκλου. Μεγάλες ποσότητες προγεστερόνης στη συνέχεια απελευθερώνονται από παραμένοντα κύτταρα του ωοθυλακίου τα οποία σχηματίζουν το ωχρό σωμάτιο, επιτρέποντας στο ενδομήτριο να είναι δεκτικό στο γονιμοποιημένο ωοκύτταρο.

Το ΕΚΣ συνδέεται στενά με τον άξονα ΥΥΩ. Τα παράγωγα της κάνναβης προκάλεσαν αλλαγές στις αναπαραγωγικές διαδικασίες και των δυο φύλων. Από τα υπάρχοντα στοιχεία φαίνεται ότι τα κανναβινοειδή έχουν αρνητικές επιδράσεις στην αναπαραγωγή μειώνοντας την έκκριση της ορμόνης που εκκρίνεται από τον υποθάλαμο (GnRH), η οποία στη συνέχεια εμποδίζει την απελευθέρωση της FSH και της LH από την πρόσθια υπόφυση, καταστέλλοντας έτσι τη λειτουργία των γονάδων, η οποία επηρεάζει αρνητικά την απελευθέρωση οιστρογόνων και προγεστερόνης. (Σχ.11).

Ο Ρόλος του ΕΚΣ στην Λειτουργία της Ωοθήκης

Η ωοθήκη έχει δύο κύριους σκοπούς: την παραγωγή θηλυκών γαμετών (ωαρίων) και την έκκριση διαφόρων ενδοκρινολογικών παραγόντων όπως τα οιστρογόνα και η προγεστερόνη. Το οιστρογόνο ενισχύει την ανταπόκριση των ωοθυλακίων στις γοναδοτροπικές ορμόνες και δίνει σήμα για την απελευθέρωση της GnRH, ενώ η προγεστερόνη, που εκφράζεται κυρίως από το ωχρό σώμα, επιβραδύνει την ανάπτυξη των ωοθυλακίων στην ωοθήκη. Απαντώντας στην GnRH oι γοναδοτροπίνες FSH και LH συνεργάζονται για να εξασφαλίσουν την επιτυχή ανάπτυξη των ωοκυττάρων.

Ενώ τα συστατικά του ΕΚΣ έχουν ταυτοποιηθεί στα γυναικεία αναπαραγωγικά υγρά και στο πλάσμα, η πλειοψηφία των γνώσεών μας σχετικά με τις επιδράσεις των κανναβινοειδών στη λειτουργία των ωοθηκών προέρχεται από μελέτες in vitro και με ζώα, καθώς και από μελέτες σε χρήστες κάνναβης. Το 2009 διαπιστώθηκε η παρουσία όλου του ΕΚΣ μέσα στις ανθρώπινες ωοθήκες. Είναι ενδιαφέρον ότι το CB2 ήταν παρόν σε μεγαλύτερα επίπεδα στα θυλάκια των ωοθηκών σε σύγκριση με το CB1.Τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι η ΑΕΑ μπορεί να παραχθεί από τα αναπτυσσόμενα ωοθυλάκια αλλά όχι από τα ωάρια, εξυπηρετώντας έτσι ένα ρόλο στην ωοθυλακιογένεση.

Παρά τις διακυμάνσεις του ΑΕΑ κατά τον ωοθηκικό κύκλο παρατηρείται αύξηση στην ωοθήκη μέχρι την ωορρηξία καθιστώντας δυνατή την ενδοκανναβινοειδή σηματοδότηση που μπορεί να συμβάλει στη ρύθμιση της ωρίμανσης και ανάπτυξης των ωοθυλακίων. Για παράδειγμα, υψηλά επίπεδα ΑΕΑ μέσα στα ωοθυλάκια επιτρέπουν την ωορρηξία, ενώ τα επίπεδα στο πλάσμα και μέσα στην μήτρα πρέπει να μειωθούν για να επιτραπεί η εμφύτευση γονιμοποιημένου ωοκυττάρου. Ωστόσο, τα υπερβολικά υψηλά επίπεδα κανναβινοειδών μπορούν να βλάψουν τις διαδικασίες που οδηγούν στην ωορρηξία και συμπεριλαμβάνουν την ωοθυλακιορρηξία, ενεργώντας τόσο στον υποθάλαμο όσο και στην ωοθήκη. Οι διαταραχές που οδηγούν σε καθαρή αύξηση της συγκέντρωσης του ΑΕΑ έχουν συσχετιστεί με αρκετές παθολογικές καταστάσεις στον άνθρωπο, συμπεριλαμβανομένων των νευροφλεγμονωδών ασθενειών, των διατροφικών διαταραχών και του συνδρόμου των πολυκυστικών ωοθηκών.

Περιληπτικά

Το ενδοκανναβινοειδές σύστημα διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη ρύθμιση ενός ευρέος φάσματος φυσιολογικών διεργασιών που επηρεάζουν την καθημερινή μας εμπειρία δηλαδή τη διάθεσή μας, το ενεργειακό μας επίπεδο, την λειτουργία του εντέρου, την ανοσιακή μας δραστηριότητα, την αρτηριακή πίεση, την οστική πυκνότητα, τον μεταβολισμό της γλυκόζης, τον πόνο, την πείνα, την αναπαραγωγή μας και πολλά άλλα.

Τα διαθέσιμα μέχρι σήμερα δεδομένα δείχνουν ότι το ΕΚΣ συμμετέχει στενά τόσο στον κεντρικό όσο και τον τοπικό έλεγχο των γεγονότων της αναπαραγωγής στην γυναίκα. Οι διαταραχές από τα κανναβινοειδή της κάνναβης ενδέχεται να διαταράσσουν τους ομοιοστατικούς μηχανισμούς του ΕΚΣ στις γυναικείες αναπαραγωγικές διεργασίες  και να οδηγούν σε υπογονιμότητα μέσω της δυσλειτουργίας των ωοθηκών. Από τα μέχρι τώρα στοιχεία που είναι στην διάθεση μας καταδεικνύεται η παρουσία όλου του ΕΚΣ (προσδέματα, υποδοχείς και μεταβολικά ένζυμα για τη σύνθεση και την αποικοδόμηση των ενδοκανναβινοειδών)  στη γυναικεία αναπαραγωγική οδό και παρουσιάζουν μια περίπλοκη κλινική εικόνα. Λαμβανομένης υπόψη της μεγάλης επικράτησης της χρήσης κάνναβης για ιατρική και ψυχαγωγική χρήση, είναι κρίσιμο να διασαφηνιστούν οι επιπτώσεις της στη γυναικεία αναπαραγωγική διαδικασία. Ενώ η THC δεσμεύεται στους υποδοχείς του ΕΚΣ και προκαλεί παρατεταμένα αποτελέσματα, η κανναβιδιόλη (CBD) δρα έμμεσα επιτρέποντας στα ενδοκανναβινοειδή του σώματος να ενεργούν. Έτσι η προσεκτική χρήση της κανναβιδιόλης (CBD) μαζί με τα λοιπά μη ψυχοδραστικά συστατικά της κάνναβης μπορεί να βελτιστοποιήσει την δραστηριότητα του ΕΚΣ, με αποτέλεσμα την ανακούφιση από το άγχος και την φυσιολογική λειτουργία του γυναικείου αναπαραγωγικού συστήματος.

Βιβλιογραφία

The Role of the Endocannabinoid System in female Reproductive Tissues.Journal of Ovarian Research | January 2019

HHS.gov U.S. Department of Health & Human Services. https://www.womenshealth.gov/a-z-topics/infertility

 

 

 

 

Κατηγορίες: Cannabis Research

Αφήστε μια απάντηση